μηκάς


μηκάς
μηκάς, άδος, ἡ, die meckernde; von Ochsen: brüllend

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μηκάς — άδος, ἡ (Α) 1. ως επίθ. (για αίγες, πρόβατα, αλλά και για αγελάδες), αυτός που μηκάται, που βελάζει 2. ως ουσ. η αίγα («θῡσαι μὲν τῇ Πανδήμῳ δεήσει λευκὴν μηκάδα», Λουκιαν.). [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. μηκάς (< *μηκ άδ ς) έχει σχηματιστεί από το ρηματ.… …   Dictionary of Greek

  • μηκάς — bleating one fem nom sg μηκά̱ς , μηκή fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μηκάδα — μηκάς bleating one fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μηκάδας — μηκάς bleating one fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μηκάδες — μηκάς bleating one fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μηκάδος — μηκάς bleating one fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μηκάδων — μηκάς bleating one fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μηκάσι — μηκάς bleating one fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυμηκάς — άδος, ἡ, Α (για γίδα) αυτή που βελάζει πολύ. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + μηκάς, άδος «αυτός που μηκάται, που βελάζει»] …   Dictionary of Greek

  • μήκ' — μηκά , μηκάς bleating one fem voc sg μηκά̱ , μηκή fem nom/voc/acc dual μηκά̱ , μηκή fem nom/voc sg (doric aeolic) μηκαί , μηκή fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προτετίμηκας — προτετί̱μηκας , προτιμάω honour perf ind act 2nd sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.